|
ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΩΝ |
|
|
ΑΝΑΚΟΠΗ Αρ. B 3 000 117
Γεώργιος Αντωνόπουλος, Δίλοφο Φαρσάλων, 40300 Φάρσαλα, Ελλάδα (ανακόπτων), εκπροσωπούμενος από τον Νικόλαο Μιχαλάκη, Πανεπιστημίου 59, 10564 Αθήνα, Ελλάδα (εγκεκριμένος πληρεξούσιος)
κ α τ ά
Μύλοι Λούλη Α.Ε., Λιμένας Λούλη, 37008 Δήμος Σούρπης, Νομός Μαγνησίας, Ελλάδα, (καταθέτρια), εκπροσωπούμενη από την Ελισάβετ Ζουλάμογλου-Βόζεμπεργκ, Ζαλοκώστα 38 & Συγγρού, 152 33 Χαλάνδρι Αθήνα, Ελλάδα (εγκεκριμένη πληρεξούσιος).
Στις 14/03/2019, το Τμήμα Ανακοπών λαμβάνει την εξής
ΑΠΟΦΑΣΗ:
1. Η
ανακοπή με αρ. B
2. Ο ανακόπτων βαρύνεται με τα έξοδα, τα οποία ορίζονται σε EUR 300.
ΣΚΕΠΤΙΚΟ
Ο
ανακόπτων άσκησε ανακοπή κατά όλων των
προϊόντων της αιτήσεως του Σήματος της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
αρ.
|
|
Προγενέστερο σημείο |
Προσβαλλόμενο σημείο |
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΥΓΧΥΣΗΣ — ΑΡΘΡΟ 8 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΣΤΟΙΧΕΙΟ β) ΚΣΕΕ
Υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης όταν υπάρχει κίνδυνος το κοινό να πιστέψει ότι τα σχετικά προϊόντα ή οι υπηρεσίες —υποθέτοντας ότι φέρουν τα υπό εξέταση σήματα— προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από συνδεόμενες μεταξύ τους οικονομικώς επιχειρήσεις. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση περισσότερων αλληλεξαρτώμενων παραγόντων. Αυτοί οι παράγοντες συμπεριλαμβάνουν την ομοιότητα των σημείων, την ομοιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών, τον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος, τα διακριτικά και κυρίαρχα στοιχεία των συγκρουόμενων σημείων και το ενδιαφερόμενο κοινό.
Η ανακοπή βασίζεται σε περισσότερα από ένα προγενέστερα σήματα. Το Τμήμα Ανακοπών θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει την ανακοπή πρώτα σε σχέση με το προγενέστερο Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρ. 12 674 421 του ανακόπτοντος.
α) Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες
Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αποτελούν τη βάση της ανακοπής είναι τα εξής:
Κλάση 30: Τρόφιμα, άλευρα και παρασκευάσματα από δημητριακά, άρτος, αρτοσκευάσματα, παξιμάδια, γλυκά και είδη ζαχαροπλαστικής, μέλι.
Κλάση 35: Εμπορικές συναλλαγές και υπηρεσίες ενημέρωσης των καταναλωτών, δηλαδή Υπηρεσίες λιανικές και χονδρικές σχετικά με τρόφιμα.
Τα προσβαλλόμενα προϊόντα είναι τα εξής:
Κλάση 30: Αλεύρι· Βρώσιμα άλευρα· Αλεύρι για ζύμη· Αλεύρι για κέικ· Αλεύρι για ψήσιμο· Προζύμι· Σιμιγδάλι· Μαγιά· Διογκωτική σκόνη· Παρασκευάσματα φτιαγμένα από δημητριακά· Ζυμαρικά.
Μερικά από τα προσβαλλόμενα προϊόντα είναι ταυτόσημα ή όμοια με προϊόντα, στα οποία βασίζεται η ανακοπή. Για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, το Τμήμα Ανακοπών δεν θα διενεργήσει πλήρη έλεγχο των προαναφερομένων προϊόντων. Η εξέταση της ανακοπής θα διεξαχθεί βάσει της παραδοχής ότι τα προϊόντα είναι ταυτόσημα στο σύνολό τους, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί για τον ανακόπτοντα την καλύτερη δυνατή εκδοχή.
β) Τα σημεία
|
|
Προγενέστερο σήμα |
Προσβαλλόμενο σημείο |
Η σχετική εδαφική περιοχή είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η συνολική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει, όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική ομοιότητα των εξεταζομένων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους (11/11/1997, C‑251/95, Sabèl, EU:C:1997:528, σκέψη 23).
Αμφότερα τα σημεία είναι άκρως πολύπλοκα σήματα απεικόνισης, τα οποία αποτελούνται από διάφορα εικονιστικά και λεκτικά στοιχεία, μερικά των οποίων είναι αμελητέα. Αμελητέο θεωρείται ένα στοιχείο το οποίο, λόγω του μεγέθους ή/και της θέσης του, δεν γίνεται αμέσως αντιληπτό ή εντάσσεται σε ένα πολύπλοκο σημείο με πολλά άλλα στοιχεία και είναι πολύ πιθανό να παραβλεφθεί από το ενδιαφερόμενο κοινό.
Στο προγενέστερο σημείο υπάρχει πλήθος τέτοιων στοιχείων, όπως «100% ολικής άλεσης προϊστορικού δημητριακού trititum dicoccum», «Κατάλληλο για δυσανεξία γλουτένης», «ΒΙΟ-HELLAS», «EL-03-ΒΙΟ», «Διατήρηση ντόπιων ποικιλιών που κινδυνεύουν από γενετική διάβρωση ή εξαφάνιση», κλπ., τα οποία λόγω του μεγέθους ή/και της θέσης τους στο κάτω μέρος του σήματος δεν θα γίνουν αμέσως αντιληπτά. Δεδομένου ότι είναι πολύ πιθανό να παραβλεφθούν από το ενδιαφερόμενο κοινό, τα στοιχεία αυτά δεν θα ληφθούν υπόψη στη σύγκριση των σημείων.
Το ίδιο ισχύει και για το προσβαλλόμενο σημείο και σε σχέση με τα στοιχεία «από δίκοκκο σιτάρι πετρόμυλου» και «1 Kg ℮». Και αυτά τα στοιχεία είναι αμελητέα λόγω του μεγέθους ή/και της θέσης τους και συνεπώς εξίσου δεν θα ληφθούν υπόψη.
Το προγενέστερο σήμα αποτελείται από διάφορα λεκτικά στοιχεία σε διάφορους στυλιζαρισμένους χαρακτήρες ή/και διάφορα χρώματα, σε συνδυασμό με την αναπαράσταση τοπίου και συγκεκριμένα τρείς αγροτικές κατοικίες στις παρυφές δάσους με ελατόδενδρα, σε κίτρινο φόντο, παραπλεύρως μιας λίμνης. Στο πάνω μέρος εμφανίζονται σε χρυσά και καφετί ελληνικά γράμματα το λεκτικό στοιχείο «αγρόκτημα Αντωνόπουλου» και από κάτω σε μικρότερα πράσινα γράμματα τα λεκτικά στοιχεία «Βιοκαλλιέργεια από το 1985-Μόνο γηγενείς ελληνικές ποικιλίες». Ακολουθεί η εν λόγω αναπαράσταση τοπίου και από κάτω σε πράσινα γράμματα το λεκτικό στοιχείο «άλευρα ζέας». Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αμελητέα.
Το προσβαλλόμενο σημείο είναι και αυτό πολύπλοκο εικονιστικό σήμα. Αποτελείται από την αναπαράσταση ενός είδους γυναικείου αγάλματος σε γκρι φόντο, το οποίο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του σήματος και πάνω από το οποίο βρίσκονται τα λεκτικά στοιχεία «ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ» σε λευκά κεφαλαία γράμματα εντός κόκκινου τετραγώνου με δυο στάχυα σιταριού, καθώς και τα λεκτικά στοιχεία «Αλεύρι Ζέας ολικής άλεσης» σε μαύρα γράμματα. Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αμελητέα.
Τα λεκτικά στοιχεία στα συγκρουόμενα σημεία αναπαρίστανται με ελληνικούς χαρακτήρες. Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού στη σχετική περιοχή, δηλαδή οι μη-ελληνόφωνοι καταναλωτές, θα αντιληφθούν τα λεκτικά στοιχεία απλά ως συνδυασμούς ελληνικών χαρακτήρων, χωρίς όμως να μπορέσουν να αναγνωρίσουν κάποιες συγκεκριμένες λέξεις. Με άλλα λόγια, θα αντιληφθούν αμφότερα τα σημεία ως αμιγώς εικονιστικά σημεία, τα οποία δεν περιέχουν κανένα λεκτικό στοιχείο και δεν μπορούν να προφερθούν. Συνεπώς, τα σημεία δεν υπόκεινται σε φωνητική εκτίμηση. Οπτικώς τα σημεία δεν συμπίπτουν σε κανένα στοιχείο για το μη-ελληνόφωνο κοινό. Συγκεκριμένα, το κοινό αυτό θα θεωρήσει ότι πρόκειται για διάφορους συνδυασμούς ελληνικών χαρακτήρων που βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις, είναι δε διαφορετικά μεγέθη και χρώματα κλπ. και εμπεριέχουν εντελώς διαφορετικά εικονιστικά στοιχεία. Δεδομένου ότι τα σημεία είναι ανόμοια όχι μόνο οπτικώς αλλά και εννοιολογικώς (έννοια τοπίου με αγροτικές κατοικίες αφενός και γυναικείας μορφής/ αγάλματος αφετέρου), η συνολική εντύπωση για το μη-ελληνόφωνο κοινό είναι ότι τα σημεία είναι εντελώς ανόμοια.
Εναπομένει η εκτίμηση ως προς το ελληνόφωνο κοινό της σχετικής εδαφικής περιοχής, ήτοι κυρίως τους καταναλωτές στην Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίοι θα αναγνωρίσουν τα επιμέρους λεκτικά στοιχεία αμφοτέρων των σημείων.
Διακριτικός χαρακτήρας των επιμέρους στοιχείων
Στο πλαίσιο της εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης, εξετάζεται το ζήτημα εάν τα συμπίπτοντα στοιχεία είναι περιγραφικά, υπαινικτικά ή άλλως ασθενούς διακριτικού χαρακτήρα προκειμένου να υπολογίζεται η ικανότητα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, των εν λόγω συμπιπτόντων στοιχείων να δηλώνουν την εμπορική προέλευση του προϊόντος. Ενδέχεται να είναι δυσκολότερο να προσδιοριστεί το εάν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού ως προς την προέλευση λόγω ομοιοτήτων που αφορούν αποκλειστικά στοιχεία ασθενούς διακριτικού χαρακτήρα.
Το ελληνόφωνο κοινό θα αντιληφθεί τα λεκτικά στοιχεία «αγρόκτημα Αντωνόπουλου» στο προγενέστερο σημείο και «Μύλοι Αγίου Γεωργίου» στο προσβαλλόμενο σήμα ως επωνυμίες επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι ούτε περιγραφικά ούτε μη διακριτικού ή ασθενούς διακριτικού χαρακτήρα, θεωρούνται ότι έχουν συνήθη εγγενή διακριτικό χαρακτήρα.
Το ίδιο ισχύει και για τα εικονιστικά στοιχεία σε αμφότερα τα σημεία, ήτοι την αναπαράσταση του τοπίου με αγροτικές κατοικίες στο προγενέστερο σήμα και την γυναικεία μορφή/ άγαλμα στο προσβαλλόμενο σημείο. Δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι ούτε περιγραφικά ούτε μη διακριτικού ή ασθενούς διακριτικού χαρακτήρα, θεωρούνται ότι έχουν συνήθη εγγενή διακριτικό χαρακτήρα
Το ελληνόφωνο κοινό θα εκλάβει τα λεκτικά στοιχεία «Βιοκαλλιέργεια από το 1985-Μόνο γηγενείς ελληνικές ποικιλίες» στο προγενέστερο σήμα ως υπαινιγμό που παραπέμπει στην οικολογική παραγωγή και την εθνική καταγωγή της πρώτης ύλης των προϊόντων και ως εκ τούτου θεωρείται ότι τα στοιχεία αυτά έχουν ασθενή διακριτικό χαρακτήρα.
Οι λέξεις «αλεύρι/ άλευρα» σε αμφότερα τα σήματα θα εκληφθούν ως η λεπτή βρώσιμη σκόνη που παράγεται από το άλεσμα δημητριακών. Είναι άκρως περιγραφικές για τα εν λόγω προϊόντα, διότι αναφέρονται στο είδος, τα (κύρια) συστατικά ή το σκοπό χρήσης αυτών, και δεν έχουν διακριτικό χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για το λεκτικό στοιχείο «ολικής άλεσης» του προσβαλλόμενο σημείου που περιγράφει το είδος του αλευριού.
Διακριτικός χαρακτήρας της λέξης «Ζέα»
Τα επιχειρήματα του ανακόπτοντος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: η λέξη «Ζέα» είναι το κύριο και ουσιώδες στοιχείο στα συγκρουόμενα σήματα, λέξη η οποία είναι πρωτότυπη και αποκλειστικό εύρημα αυτού και ο καταναλωτής την συνδέει αποκλειστικά με τα προϊόντα παραγωγής του.
Κατ’ αρχάς πρέπει να τονιστεί ότι είναι απορίας άξιον ότι, ενώ το προγενέστερο σήμα δεν είναι κάποιο λεκτικό σήμα «Ζέα», αλλά αντιθέτως ένα πολυσύνθετο σήμα απεικόνισης με πολλά και διάφορα στοιχεία, ο ανακόπτων αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του γύρω από τη λέξη «Ζέα» αποκλειστικά και μόνο, προβάλλοντας πληθώρα αντιγράφων από παλιά λεξικά, υπεύθυνες δηλώσεις, κ.ο.κ.
Το Τμήμα Ανακοπών υπενθυμίζει στο σημείο αυτό ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων επιμέρους λεπτομερειών του. Συνεπώς δεν μπορεί να συμμεριστεί την άποψη του ανακόπτοντος ότι «η ένδειξη “Ζέας” κυριαρχεί από μόνη της στην εικόνα των σημάτων και είναι αυτή που κρατά το ενδιαφερόμενο κοινό στο μυαλό, με αποτέλεσμα όλες οι άλλες συνιστώσες του σήματος να είναι αμελητέες στο πλαίσιο της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί», όπως αυτός αβασίμως ισχυρίζεται.
Παρά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, η λέξη «Ζέα» δεν μπορεί να αποτελέσει το κύριο και ουσιώδες στοιχείο ούτε στο προγενέστερο ούτε στο προσβαλλόμενο σημείο, διότι σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα είναι περιγραφική. Αυτό προκύπτει αδιαμφισβήτητα βάσει των κατατεθέντων αποδεικτικών στοιχείων της αιτούσης και συγκεκριμένα του αποσπάσματος από το Χρηστικό Λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών, 2014, όπου στο λήμμα «ζέα» απαντάται ο εξής ορισμός:
«ζέ-α ουσ. (θηλ.) & ζεια: ΒΟΤ. Είδος σιταριού (επιστ. ονομασ. Tricticum dicoccum). [<αρχ. ζειά]»
(σχετικό Β8 των από 02/07/2018 παρατηρήσεων της αιτούσης).
Συνεπώς, η λέξη «ζέα» έχει σαφή περιγραφικό χαρακτήρα σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα. Σε συνδυασμό με τις εξίσου περιγραφικές λέξεις «αλεύρι/ άλευρα» υποδηλώνει ότι τα σχετικά προϊόντα είναι, συνίστανται σε, εμπεριέχουν ή αποτελούνται από, το αλεύρι ενός συγκεκριμένου είδους σιταριού, ήτοι το αλεύρι τύπου ζέας.
Εξάλλου, η εν λόγω ερμηνεία συνάδει και προς τις λοιπές πληροφορίες που εμπεριέχονται στο προγενέστερο σήμα του ανακόπτοντος (όπως «100% ολικής άλεσης προϊστορικού δημητριακού trititum dicoccum» και «Μόνο γηγενείς ελληνικές ποικιλίες»), από την ερμηνεία των οποίων συνάγεται ότι η λεκτική ένδειξη «άλευρα ζέας» απλώς περιγράφει τα άλευρα της ποικιλίας του σιταριού trititum dicoccum.
Για να αποδείξει ότι η λέξη «ζέα» είναι άγνωστη και δεν έχει σαφή έννοια και αποτελεί εύρημα δικό του, ο ανακόπτων ανατρέχει σε πλήθος παλαιών εκδόσεων λεξικών και εγκυκλοπαιδειών και αρχαίους συγγραφείς. Το Τμήμα Ανακοπών αρκείται να παρατηρήσει ως προς αυτό τα εξής:
Είναι γνωστό ότι, ιδίως όσον αφορά σύνθετα ή σπάνια λεξήματα, τα λεξικά δεν αναφέρουν όλους τους δυνατούς συνδυασμούς. Αυτό που έχει σημασία είναι η συνήθης και απλή σημασία. Το γεγονός ότι μια λέξη δεν απαντάται σε λεξικά δεν σημαίνει ότι η λέξη δεν έχει κάποια συγκεκριμένη (και πιθανώς περιγραφική) έννοια.
Είναι επίσης γνωστό και δεν απαιτεί ειδικές γλωσσολογικές γνώσεις το γεγονός ότι οι γλώσσες είναι ζωντανές και εξελίσσονται όχι μόνο στη μορφολογία τους αλλά ιδίως και στο λεξιλόγιό τους. Παλαιές λέξεις εξαφανίζονται, νέες εμφανίζονται και η εμφάνιση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τη δημιουργία λέξεων από στοιχεία που ήδη υπάρχουν στη γλώσσα είτε με δανεισμό από άλλες γλώσσες, πάντοτε σύμφωνα με τις εξελίξεις και ανάγκες της κοινωνίας, της τεχνολογίας, κλπ. Για τους λόγους αυτούς σαφέστατα και δεν θα βρει κανείς π.χ. τη λέξη διαδίκτυο σε κανένα από τα ιστορικά λεξικά, στα οποία παραπέμπει ο ανακόπτων, επειδή πρόκειται για μια έννοια/ τεχνολογία που αναπτύχθηκε την τελευταία 25ετία.
Το αν η λέξη «ζέα» προέρχεται ή όχι από το αρχαίο «ζεία» και απαντάται σε αρχαίους συγγραφείς ή όχι, είναι μάλλον φιλολογικού ενδιαφέροντος. Για τον ορισμό του διακριτικού χαρακτήρα υπό την νομική έννοια το ζήτημα αυτό, παρά τις πολυσέλιδες αναφορές αμφοτέρων των διαδίκων, είναι απολύτως άσχετο, διότι ο εγγενής διακριτικός χαρακτήρας των συστατικών στοιχείων πρέπει να εκτιμάται κατά το χρόνο της απόφασης. Ο προσδιορισμός του ακριβούς χρονικού σημείου για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα είναι σημαντικός, διότι ο βαθμός διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων δεν είναι σταθερός, αλλά ποικίλλει ανάλογα με την αντίληψη του κοινού. Η εν λόγω αντίληψη μπορεί να μεταβάλλεται όχι μόνο λόγω της φύσεως της χρήσης του συγκεκριμένου σήματος, αλλά και λόγω άλλων παραγόντων. Για παράδειγμα, η αντίληψη που σχηματίζει το κοινό μπορεί να μεταβληθεί όταν ένα σήμα ή κάποιο συστατικό στοιχείο αυτού έχει εν τω μεταξύ χρησιμοποιηθεί κατά παρόμοιο τρόπο από διάφορες επιχειρήσεις/εμπόρους στο σχετικό τομέα της αγοράς. Αυτού του είδους η κοινή χρήση σημείου μπορεί να αλλοιώσει τη μοναδικότητα του σημείου και, επομένως, την ικανότητά του να δηλώνει την προέλευση των προϊόντων και των υπηρεσιών. Για παράδειγμα, λόγω των τεχνολογικών αλλαγών στον τομέα της πληροφορικής, υπάρχει μια αυξανόμενη τάση χρήσης συστατικών στοιχείων όπως τα «I» (internet), «E» (electronic) και «M» (mobile) σε συνδυασμό με μια συνήθη λέξη. Στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα συγκεκριμένα στοιχεία θεωρούνται επί του παρόντος περιγραφικά (19/04/2004, R 758/2002-2, ITUNES, § 11), ενώ σε προγενέστερες περιόδους θεωρούνταν διακριτικού χαρακτήρα.
Τέλος, ακόμη και αν ο ανακόπτων εισήγαγε πρώτος τη λέξη με τη σημερινή έννοια στην αγορά ήδη από την δεκαετία του ‘80, όπως ισχυρίζεται, σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό ότι ο ανακόπτων πέτυχε να κατοχυρώσει ενδεχόμενα αποκλειστικά δικαιώματα επί της λέξεως, με την ενδεχόμενη καταχώριση του λεκτικού σήματος «Ζέα» ή «Ζέας». Άλλωστε, κανένα τέτοιο σήμα δεν ηγέρθη από τον ανακόπτοντα ως βάση της ένδικης ανακοπής.
Κυρίαρχα στοιχεία
Το εικονιστικό στοιχείο του προσβαλλόμενου σημείου, το οποίο αναπαριστάνει γυναικεία μορφή, επισκιάζει τα λεκτικά στοιχεία λόγω της κεντρικής του θέσεως και του μεγέθους του. Το εικονιστικό στοιχείο αποτελεί το μοναδικό οπτικώς κυρίαρχο στοιχείο του προσβαλλόμενου σημείου.
Αντιθέτως, στο προγενέστερο σήμα κυριαρχούν οπτικώς τρία στοιχεία ταυτόχρονα επί των λοιπών στοιχείων και συγκεκριμένα τα λεκτικά στοιχεία «αγρόκτημα Αντωνόπουλου», το εικονιστικό στοιχείο με τις αγροτικές κατοικίες και το λεκτικό στοιχείο «άλευρα ζέας».
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί επίσης ότι όντως, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων, όταν τα σημεία αποτελούνται τόσο από λεκτικά όσο και από εικονιστικά συστατικά στοιχεία, καταρχήν, το λεκτικό συστατικό στοιχείο του σημείου έχει συνήθως εντονότερο αντίκτυπο στον καταναλωτή από ό,τι το εικονιστικό συστατικό στοιχείο. Αυτό συμβαίνει διότι το κοινό τείνει να μην αναλύει τα σημεία και θα αναφέρεται πολύ ευκολότερα στα σχετικά σημεία χρησιμοποιώντας το λεκτικό στοιχείο τους παρά περιγράφοντας τα εικονιστικά στοιχεία τους. Πλην όμως, αυτό δεν αποτελεί γενικό κανόνα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το λεκτικό στοιχείο ενός σημείου δεν έχει αυτομάτως ισχυρότερο αντίκτυπο (31/01/2013, T-54/12, Sport, EU:T:2013:50, § 40) και, σε ορισμένες περιπτώσεις, το εικονιστικό στοιχείο ενός σύνθετου σήματος μπορεί, λόγω, μεταξύ άλλων, του σχήματος, του μεγέθους, του χρώματος ή της θέσης που κατέχει στο σημείο, να έχει θέση ισοδύναμη με το λεκτικό στοιχείο (23/11/2010, T-35/08, Artesa Napa Valley, EU:T:2010:476, § 37). Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση τα σχετικά προϊόντα είναι συνήθη καταναλωτικά προϊόντα, τα οποία αγοράζονται ευρέως σε υπεραγορές ή καταστήματα, στα οποία τα προϊόντα τοποθετούνται σε ράφια και όπου οι καταναλωτές καθοδηγούνται περισσότερο από τον οπτικό αντίκτυπο του σήματος που αναζητούν (15/04/2010, T‑488/07, Egléfruit, EU:T:2010:145).
Οπτικώς και ηχητικώς τα σημεία συμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στο περιγραφικό λεκτικό στοιχείο «άλευρα/αλεύρι ζέας», ενώ διαφέρουν σε όλες τις άλλες πτυχές και συγκεκριμένα στην παρουσία περαιτέρω διακριτικών λεκτικών στοιχείων («αγρόκτημα Αντωνόπουλου», «ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ»), στο εικονιστικό τους στοιχείο που στην περίπτωση τους προσβαλλόμενου σημείου κυριαρχεί μάλιστα οπτικώς, στη σύνθεσή τους, τα χρώματα, τις γραμματοσειρές κλπ. Τα σημεία είναι οπτικώς και ηχητικώς ανόμοια.
Εννοιολογικά, τα σημεία είναι επίσης ανόμοια, δεδομένου ότι συμπίπτουν απλώς σε ένα περιγραφικό στοιχείο χωρίς κανένα διακριτικό χαρακτήρα («άλευρα/αλεύρι ζέας»), ενώ όλα τα λοιπά διαφορετικά στοιχεία εμπεριέχουν διαφορετικές έννοιες. Για τον λόγο αυτό η σύμπτωση δεν μπορεί να ασκήσει καμία επιρροή.
Δεδομένου ότι τα προσκρουόμενα σημεία συμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο σε περιγραφικό στοιχείο μη-διακριτικού χαρακτήρα, και αμφότερα τα σημεία περιέχουν επιπρόσθετα ανόμοια στοιχεία, τα οποία είναι διακριτικού χαρακτήρα και ικανά να διαφοροποιήσουν τα σήματα, τα σημεία στο σύνολό τους κρίνονται ανόμοια.
γ) Συμπέρασμα
Συνεπώς και σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ΚΣΕΕ, η ομοιότητα των σημείων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διαπίστωση κινδύνου σύγχυσης. Δεδομένου ότι τα σημεία είναι ανόμοια, μία εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ΚΣΕΕ δεν πληρείται και η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί άνευ ετέρου.
Χάριν πληρότητος πρέπει να αναφερθεί ότι η ανακοπή πρέπει επίσης να απορριφθεί καθόσον βασίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο α) ΚΣΕΕ, διότι τα σημεία προφανώς δεν είναι ταυτόσημα.
Αυτό το συμπέρασμα ισχύει ακόμη και αν το προγενέστερο σήμα θεωρείτο ενισχυμένου διακριτικού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι η ανομοιότητα μεταξύ των σημείων δεν δύναται να ξεπεραστεί από τον (ενδεχόμενο) ενισχυμένο διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχει υποβάλλει ο ανακόπτων, δεν είναι ικανά να μεταβάλλουν το ως άνω συμπέρασμα και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξεταστούν περαιτέρω.
Επιπροσθέτως, ο ανακόπτων βασίστηκε και στα εξής προγενέστερα σημεία:
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. N224 244
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. N224 018
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. D204 289
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. D204 290
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. N224 243
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. N220 229
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. N224 245
του σήματος απεικόνισης
καταχώριση
ελληνικού
σήματος αρ. N220 231
του σήματος απεικόνισης
Τα ως άνω προγενέστερα σήματα είναι εξίσου ανόμοια σε σχέση με το προσβαλλόμενο σημείο. Όπως και στην περίπτωση του ήδη εξεταζόμενου προγενέστερου Σήματος ΕΕ του ανακόπτοντος, και τα υπόλοιπα προγενέστερα εθνικά αλληλεπικαλύπτονται με το προσβαλλόμενο σημείο αποκλειστικά και μόνον ως προς το στοιχείο «ζέα», το οποίο όμως είναι περιγραφικό και συνεπώς στερείται διακριτικού χαρακτήρα για τα σχετικά προϊόντα, και όλα τα σημεία περιέχουν άλλο ένα ή περισσότερα διακριτικά στοιχεία («αγρόκτημα Αντωνόπουλου», το εικονιστικό στοιχείο με τις αγροτικές κατοικίες, κτλ.) ικανά να διαφοροποιήσουν τα σημεία. Συνεπώς, το συμπέρασμα και στην περίπτωση των εν λόγω εθνικών σημάτων είναι εν τέλει το ίδιο, ήτοι τα συγκρουόμενα σημεία στο σύνολό τους κρίνονται ανόμοια και ούτε επομένως δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης.
Εν κατακλείδι, η ένδικη ανακοπή δέον να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς όλα τα προγενέστερα σήματα που επικαλέστηκε ο ανακόπτων, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του ΚΣΕΕ.
ΕΞΟΔΑ
Σύμφωνα με το άρθρο 109 παράγραφος 1 ΚΣΕΕ, ο ηττηθείς διάδικος σε διαδικασία ανακοπής βαρύνεται με τα τέλη στα οποία έχει υποβληθεί ο άλλος διάδικος.
Δεδομένου ότι ο ανακόπτων είναι ο ηττηθείς διάδικος, βαρύνεται με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αιτούσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 109 παράγραφος 7 ΚΣΕΕ και το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) αριθμός i) ΚΕΚΣΕΕ, τα έξοδα τα οποία πρέπει να καταβληθούν στην αιτούσα είναι τα έξοδα για την αντιπροσώπευση, που ορίζονται βάσει του καθορισθέντος ανώτατου ποσού.
Τμήμα Ανακοπών
Αλεξάνδρα ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ
|
Κωνσταντίνος ΜΗΤΡΟΥ |
Άννα ΠΟΛΙΤΗ |
Σύμφωνα με το άρθρο 67 ΚΣΕΕ, κάθε διάδικος μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της παρούσας αποφάσεως κατά το μέρος που η απόφαση δεν τον δικαιώνει. Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΣΕΕ, η προσφυγή ασκείται εγγράφως ενώπιον του Γραφείου εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης. Το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να κατατεθεί στη γλώσσα της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης πρέπει να κατατεθεί γραπτώς υπόμνημα στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής. Η προσφυγή θεωρείται ότι έχει ασκηθεί μόνο μετά την καταβολή του τέλους προσφυγής ύψους EUR 720.